καμπαρέ

καμπαρέ
το άκλ. кабаре

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "καμπαρέ" в других словарях:

  • καμπαρέ — το (λ. γαλλ.), νυχτερινό χορευτικό κέντρο: Αυτός ξενυχτάει στα καμπαρέ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καμπαρέ — το άκλ. νυχτερινό χορευτικό και μουσικό κέντρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. cabaret] …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • αφίσα — Έντυπο που τοιχοκολλείται ή τοποθετείται σε ειδικό χώρο, με προορισμό να μεταδώσει στον περαστικό, με τρόπο σύντομο αλλά και αποτελεσματικό, κάποιο μήνυμα ή να τον πληροφορήσει για κάποια εκδήλωση. Η α. είναι η σημαντικότερη και γνωστότερη από… …   Dictionary of Greek

  • ντανταϊσμός ή νταντά — Πρωτοποριακό λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε ως ανταρσία εναντίον των πολιτιστικών και κοινωνικών συμβατικοτήτων και –λιγότερο ή περισσότερο κατηγορηματικά– εναντίον του πολέμου. Ο γαλλικός όρος dada παρμένος από την παιδική… …   Dictionary of Greek

  • βαριετέ — Ελαφρύ θεατρικό είδος, χωρίς ενιαία υπόθεση, με επικρατέστερο τον μουσικό χαρακτήρα. Ο όρος σημαίνει και το θέατρο όπου παρουσιάζεται το β. Ως θέαμα μπορεί να αναχθεί στις μεσαιωνικές παραστάσεις των γελωτοποιών. Στοιχεία του β. υπάρχουν και στο… …   Dictionary of Greek

  • καμπαρετζού — η γυναίκα τού λαϊκού καμπαρέ, πόρνη …   Dictionary of Greek

  • μιούζικαλ — Είδος θεατρικού και κινηματογραφικού θεάματος, που εμφανίστηκε κατά τα τέλη του 19ου αι. στη Μεγάλη Βρετανία και στις ΗΠΑ και χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη τριών στοιχείων: του πεζού λόγου, του χορού και του τραγουδιού. Το είδος αυτό –που είχε… …   Dictionary of Greek

  • Βαν Οστάντε — (Vαn Ostade). Επώνυμο οικογένειας Ολλανδών ζωγράφων. 1. Αντριάν (Adriaen, Χάρλεμ, Ολλανδία 1610 – 1685). Ζωγράφος και χαράκτης. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως μικρογραφία του Ρέμπραντ. Τα έργα του είναι εμπνευσμένα από σκηνές της καθημερινής ζωής.… …   Dictionary of Greek

  • Γκάρλαντ, Τζούντι — (Judy Garland, Μινεσότα 1922 – Λονδίνο 1969). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Αμερικανίδας ηθοποιού του κινηματογράφου και τραγουδίστριας Φράνσις Γκαμ (Frances Gumm). Ξεκίνησε στη θεατρική σκηνή σε ηλικία μόλις τριών ετών ως παιδί θαύμα, μαζί με τις… …   Dictionary of Greek

  • Διαμαντίδου, Δέσπω — (Πειραιάς 1916 –). Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου και το 1942 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο συμμετέχοντας στον χορό σε παράσταση της Μήδειας του Ευριπίδη. Ο πρώτος σημαντικός… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»